Homer Iliad 345-445

Card Set Information

Author:
RedEdison
ID:
247623
Filename:
Homer Iliad 345-445
Updated:
2013-11-18 16:48:09
Tags:
Iliad vocab
Folders:

Description:
Iliad vocab
Show Answers:

Home > Flashcards > Print Preview

The flashcards below were created by user RedEdison on FreezingBlue Flashcards. What would you like to do?


  1. ἐπεπειθεθ᾽
    • ἐπιπειθομαι
    • be persuaded
    • obey
  2. κιεν
    • κιω
    • go
  3. ἀφαρ
    • (adv)
    • straight away
    • after that
  4. ἑζετο
    • ἑζομαι
    • seat oneself
  5. νοσφι
    • (prep)
    • apart
  6. λιασθεις
    • λιαζομαι
    • withdraw
    • fall
  7. πολιης
    epic noun for grey hair?
  8. ὁροων
    from ὁραω
  9. ἀπειρονα
    • ἀπειρων  ον
    • boundless
    • endless
  10. ὀρεγνυς
    • ὀρεγνυμι/ ορεγω
    • stretch out, reach
  11. μινυνθαδιον
    • (adj 3t)
    • short-lived
  12. ὀφελλεν
    • ὀφελλω
    • owe
    • be obliged
  13. ἐγγυαλιξαι
    • ἐγγυαλιζω
    • put into the hand
  14. ὑψιβρεμετης
    • (noun)
    • high-thundering (one)
  15. τυτθον
    • (adj) 2t
    • small, little, young
  16. ἐτεισεν
    • τινω
    • pay a price
  17. ἀπουρας
    • ἀπαυραω
    • to take away
  18. χεων
    • χεω
    • pour, spread
  19. ἡμενη
    • pf part ἡμαι
    • sit
  20. βενθεσσιν
    • το βενθος
    • depths
  21. καρπαλιμως
    • (adv)
    • swiftly
  22. ἀνεδυ
    • ἀναδυνω
    • come to the top of the water
  23. ἠυτ᾽
    • ἠυτε
    • like, as
  24. ὀμιχλη
    • ἡ ὀμιχλη
    • mist, smoke
  25. παροιθ᾽
    • παροιθε   παριημι
    • before
    • let fall (beside)
  26. καθεζετο
    sitting
  27. κατερεξεν
    • καταρρεζω
    • stroke, caress
  28. ὀνομαζε
    speak of by name, call
  29. κευθε
    • κευθω
    • hide
    • conceal
    • disguise
  30. στεναχων
    groan, sigh, wail
  31. τιη
    • (adv)
    • why?
  32. ἰδυιῃ
    • epic part
    • knowing
  33. διεπραθομεν
    • διαπερθω
    • sack, destroy utterly
  34. δασσαντο
    • from δατεομαι
    • divide spoils
  35. ἑλον
    from αἱρεω
  36. χαλκοχιτωνων
    • noun
    • bronze-clad
  37. ἀπερεισι᾽
    • epic adj.
    • countless
  38. ἐπευφημησαν
    shout agreement
  39. ἡνδανε
    please, delight
  40. χωομενος
    be angry
  41. ἦεν
    he was
  42. ἐπασσυτεροι
    • (adj)
    • one after/upon another
  43. ἀμμι
    • dat. from ἐγω
    • I for my part
  44. ἑκατοιο
    the far-shooter
  45. κελομην
    I urged, commanded
  46. ἱλασκεσθαι
    to appease
  47. ἠπειλησεν
    • ἀπειλεω
    • hold off, keep away
  48. τετελεσμενος
    • τελεω
    • fulfil, accomplish
  49. ἑλικωπες
    • ὁ ἡ ἑλικωψ
    • glancing-eyed, quick-glancing
  50. περισχεο
    • περιεχω
    • surround
  51. ἑηος
    • (adj gen.)
    • good, brave, noble
  52. λισαι
    to beg, pray
  53. ὠνησας
    • ὀνινημι
    • having profited, benefited
  54. μεγαροισιν
    • το μεγαρον
    • large halls
  55. ἐφησθα
    εφιημι   φημι
  56. κελαινεφει
    • (adj)
    • black with clouds
  57. οἰη
  58. ξυνδησαι
    • ξυνδεομαι
    • join in entreating
  59. ἠθελον
    • ἐθελω
    • be willing
  60. ὑπελυσαο
    • ὑπολυω
    • loosen, slacken
  61. ὠχ᾽
    • ωχα
    • (adv)
    • quickly, swiftly
  62. ἑκατογχειρον
    • (adj)
    • hundred-handed
  63. κυδει
    • dat. of κυδος
    • glory
  64. ὑπεδεισαν
    • ὑποδειδω
    • shrink in fear before
  65. ἐδησαν
    • δεω
    • lack, miss
    • tie, bind
  66. μνησασα
    • pt
    • remind, put in mind
  67. παρεζεο
    • παρεζομαι
    • sit beside
  68. γουνων
  69. ἀρηξαι
    • ἀρηγω
    • aid, help
  70. πρυμνας
    the end
  71. ἐλσαι
    • εἱλω
    • shut in
  72. ἐπαυρωνται
    • ἐπαυρεω
    • share
  73. ἀτην
    • ἡ ἀτη
    • folly, ruin
  74. ἐτρεφον
    • τρεφω
    • nurture
  75. αἰνα
  76. αἰθ᾽
  77. ἀπημων
    • (adj)
    • unhurt
  78. νυ
    • νυν
    • now, even now
  79. αἰσα
    • noun
    • one's fate, one's lot
  80. μινυνθα
    • (adv)
    • a short time
  81. δην
    • epic inf of δεω
    • or
    • adv 'for a long while'
  82. ὠκυμορος
    • (adj)
    • dying quickly, early
  83. οἰζυρος
    • (adj)
    • woeful, pitiful
  84. ἐπλεο
    • 2s. of πελω
    • become
  85. ἐρεουσα
    • ἐρεω
    • ask, say
  86. τερπικεραυνῳ
    • (adj)
    • delighting in thunder
  87. ἀγαννιφον
    snow-capped
  88. ὠκυποροισι
    quick-moving
  89. ἀποπαυεο
    • 2s ἀποπαυω
    • stop from
  90. παμπαν
    • (adv)
    • wholly, altogether
  91. ἀμυμονας
    • (adj)
    • blameless, excellent
  92. χθιζος
    • (adj)
    • of yesterday
  93. δαιτα
    feast, banquet, torches, battle
  94. ἐλευσεται
    fut. ἐρχομαι
  95. χαλκοβατες
    standing on brass, with brass foundation
  96. δω
  97. γουνασομαι
    • fut/subj γουναζομαι
    • clasp
  98. λιπ᾽
  99. εὐζωνοιο
    well-girdled
  100. ἀπηυρων
    • ἀπαυραω
    • impf
    • take away
  101. πολυβενθεος
    very deep
  102. ἐντος
    • (adv)
    • within, inside
  103. ἱστια
  104. στειλαντο
    • στελλω
    • make ready
  105. θεσαν
    • 3pl
    • they placed, put
  106. ἱστοδοκῃ
    mast-holder
  107. πελασαν
  108. προτονοισιν
    • οἱ προτονοι
    • the forestays of the mast (ropes from mast to stern)
  109. ὑφεντες
    • ὑφιημι
    • let down
  110. ὁρμον
    • cord, chain
    • necklace
  111. προερεσσαν
    • προερεσσω
    • row forwards
  112. ἐρετμοις
    oars (dat)
  113. εὐνας
    • verb: lying
    • noun: bed
  114. βαινον
    βαινω
  115. ῥηγμινι
    • noun
    • edge of the shore, where the sea breaks
    • the verge, edge of something
  116. ποντοποροιο
    sea-faring
  117. βωμον
    a raised platform
  118. τιθει
    place!
  119. πολυστονα
    much-sighing, mournful
  120. κηδε᾽
  121. ἐφηκεν

What would you like to do?

Home > Flashcards > Print Preview