Aias lines 621-718

Card Set Information

Author:
RedEdison
ID:
270562
Filename:
Aias lines 621-718
Updated:
2014-10-03 11:14:32
Tags:
Aias
Folders:
Aias
Description:
Aias
Show Answers:

Home > Flashcards > Print Preview

The flashcards below were created by user RedEdison on FreezingBlue Flashcards. What would you like to do?


  1. συντροφος  ον
    • adj
    • brought up together with, companion
  2. φρενοβορως
    'mind-ruiningly'
  3. το αἰλινον
    a cry of anguish
  4. οἰκτρας (ος  α  ον)
    • adj
    • pitiable
  5. τον γοον
    a weeping/wailing
  6. του ὀρνιθος ἀηδους
    of the nightingale
  7. θρηνησει (θρηνέω)
    sing a dirge, wail
  8. χεροπληκτοι (ος  ον)
    struck by the hand
  9. πεσουνται (πιπτω)
    they will fall
  10. οἱ δουποι
    heavy sounds, thuds
  11. πολιας (ος  α  ον)
    grey
  12. το ἀμυγμα
    a scratching, tearing
  13. τας/της χαιτας
    • noun f
    • loose, flowing hair
  14. την ματαν
    • noun f acc
    • folly, foolishness
  15. της πατρῳας γενεας
    of an ancestral lineage
  16. εμπεδος  ον
    firm set
  17. ταις ὀργαις
    natural impulses
  18. την αταν
    • ἀτη
    • bewilderment
  19. ἀτερθε [+τουδε
    without/apart from [+his/him
  20. των Αἰακιδαν
    • gen pl
    • sons of Aiakos
  21. ἀελπτον  (ος  ον)
    • adj
    • unhoped for, unexpected
  22. περισκελεις (ης  ες)
    unyielding
  23. ἐκαρτερουν
    I was strengthened
  24. βαφῃ (βαπτω)
    it had been tempered
  25. ἐθηλυνθην (θηλύνω)
    it was emasculated
  26. την χηραν
    widow
  27. ορφανον (ος  η  ον)
    • adj
    • orphan
  28. τα λουτρα
    bathing places
  29. παρακτιους (ος  ον)
    • adj
    • on the sea shore
  30. τα λυμαθ᾽
    disgraces
  31. ἁγνισας (ἁγνίζω)
    having washed off
  32. εξαλυξωμαι (ἐξαλύσκω)
    I shall escape
  33. αστιβη (ης  ες)
    • adj
    • untrodden
  34. κιχω (κιχάνω)
    I shall reach
  35. ορυξας (ὀρυσσω)
    having dug
  36. το δωρημα
    a gift
  37. δυσμενεστατου (ος  ον)
    • adj
    • most hostile
  38. κεδνον (ος  η  ον)
    good
  39. ἡ παροιμια
    proverb, maxim
  40. ὀνησιμα (ος  η  ον)
    • adj
    • beneficial
  41. εἰσομεσθα (οἰδα)
    we (I) will know
  42. εἰκειν (εἰκω)
    to yield
  43. ὑπεικτεον (ος ον)
    • αδj
    • one who must yield
  44. καρτερωτατα (ος  α  ον)
    • most strong
    • strongly
  45. ὑπεικει (ὑπεικω)
    it withdraws
  46. νιφοστιβεις (ης  ες)
    • adj
    • piled with snow
  47. ἐκχωρουσιν (ἐγχωρεω)
    they depart
  48. τῳ θερει
    summer
  49. αἰανης  ες
    • adj
    • eternal
  50. τἡ λευκοπωλῳ ἡμερᾳ
    day with her white horses
  51. το φεγγος
    • noun
    • light
  52. το αἠμα
    a blast, wind
  53. εκοιμισε (κοιμίζω)
    he/it put to sleep
  54. στενοντα (στενω)
    moaning, sighing
  55. τον ποντον
    sea
  56. πεδησας (πεδάω)
    having bound
  57. ἐχθαρτεος  ον
    • αδj
    • hated
  58. ἐς τοσονδ᾽
    as far as it sufficient/suitable
  59. ὑπουργων (ὑπουργεω)
    rendering service
  60. το κεαρ
    heart
  61. μολῃ (βλώσκω)
    he should come
  62. πορευτεον (εος εον)
    it must lead, travel to
  63. δρατε
    do!
  64. σεσωμενον (σῳζω)
    I am safe/saved; at peace
  65. ἐφριξ᾽ (φρισσω)
    I shivered
  66. περιχαρης  ες
    • adj
    • extremely glad
  67. ἀνεπταμαν (ἀναπέτομαι)
    I flew up, soar
  68. ἁλιπλαγκτε
    • adj
    • sea-roaming
  69. χιονοκτυπου (ος  ον)
    • adj
    • snow-beaten
  70. του δειραδος
    ridge of a chain of hills
  71. φανηθ᾽ (φαινω)
    be apparent!
  72. χοροποι᾽ (ος  ον)
    • adj
    • instituting dances
  73. το ὀρχηματ᾽
    a dance
  74. αὐτοδαη (ης  ες)
    • adj
    • self-taught
  75. ἰαψῃς (ἰάπτω)
    you may drive on/begin
  76. εὐγνωστος  ον
    well-known
  77. ξυνειη (συνειμι)
    may he be with
  78. αἰνον (ος  η  ον)
    dread, grim
  79. εὐαμερον (ος  ον)
    • adj
    • of a fine day
  80. πελασαι (πελάζω)
    it might approach (aor opt)
  81. θοαν (ος  η  ον)
    swift
  82. ὠκυαλων  (ος  ον)
    • adj
    • speeding over the sea
  83. λαθιπονος (ος  ον)
    • adj
    • forgetful of sorrow
  84. πανθυτα (ος  ον)
    • adj
    • celebrated with full sacrifices
  85. θεσμι᾽ (ος  α  ον)
    • adj
    • fixed
    • lawful
  86. ἐξηνυσ᾽
    he performed
  87. τῃ εὐνομιᾳ
    good order
  88. μαραινει (μαραίνω)
    quenches/fades
  89. ἀναυδητον (ος  ον)
    unutterable
  90. εὐτε
    when
  91. ἀελπτων  (ος  ον)
    unexpected, unhoped for
  92. μετανεγνωσθη (μεταναγιγνώσκομαι)
    he changed his mind/repented

What would you like to do?

Home > Flashcards > Print Preview